Τρίτη, 14 Οκτωβρίου 2008

“Όταν θα πάω στον παράδεισο, ο Θεός θα μου πει να γυρίσω πίσω στη γη επειδή δεν έχω εθνικότητα”.


Ο Μουσταφά J.S. γεννήθηκε στις 3 Ιανουαρίου του 1974. Στη στραπατσαρισμένη του ταυτότητα, εκεί που γράφει “εθνικότητα”, ο ίδιος έχει συμπληρώσει “stateless”, δηλαδή χωρίς κράτος. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Συρία, επισήμως όμως δεν είναι πολίτης κανενός κράτους. Η ιστορία της οικογένειάς του ξεκίησε τον 18ο αιώνα όταν ένα αγόρι από την Αρμενία άφησε την Τουρκία για να πάει να μείνει σʼ ένα κουρδικό χωριό της Συρίας. Από μικρό παιδί ο Μουσταφά γνωρίζει την περιφρόνηση στο σχολείο και στο δρόμο, στην πόλη της Αλ Χασάκα στην ανατολική Συρία.

Στην ηλικία των δώδεκα, ο μεγάλος του αδελφός τον ενθαρρύνει να παίξει μπουζούκι, ένα χαρακτηριστικό ελληνικό και εν γένει ανατολίτικο έγχορδο. Πολύ νέος γίνεται περιζήτητος δεξιοτέχνης του οργάνου, τον ζητάνε παντού και περνά ολόκληρα τρίμηνα περιοδεύοντας. Είναι άπατρις, δεν έχει επίσημη εθνικότητα και αυτό τον δυσκολεύει, αφού δεν μπορεί να δουλέψει νόμιμα ούτε να μετακινηθεί από την περιοχή που μένει. Επαφίεται στα χαρτιά των υπολοίπων του συγκροτήματος, που είναι όλοι κούρδοι. Οργανώνουν βραδιές αραβικής μουσικής, αλλά συμμετέχουν και σε πολιτικά γεγονότα που συνοδεύονται από ήχους της κουρδικής παράδοσης.

Τον Μάρτιο του 1997, με την ευκαιρία του εορτασμού του Νεβρόζ, της πρωτοχρονιάς των κούρδων, παρά τον κίνδυνο, το συγκρότημα του Μουσταφά δέχεται να παίξει στην κεντρική πλατεία της Αλ Χακάσα. Στο τέλος της συναυλίας, με το που κατεβαίνουν από τη σκηνή, τους επιτίθενται αστυνομικοί και αρχίζουν να τους χτυπούν μπροστά στον κόσμο. Τους συλλαμβάνουν και τους κρατούν στο αστυνομικό τμήμα για 72 ώρες. Περνούν τρεις μέρες εξευτελισμών και βασανιστηρίων. Ένας φίλος είχε προειδοποιήσει τον Μουσταφά: Ο πόνος είναι τρομερός τα πρώτα πέντε λεπτά. Αν αντέξεις όμως τα χτυπήματα το πρώτο μισάωρο, μετά δεν νιώθεις τίποτα. Τελικά έγινε ως εξής: Τον χτυπούσαν τέσσερις άντρες για οκτώ συνεχείς ώρες, ρωτούσαν τα ονόματα των κούρδων ηγετών, ο Μουσταφά έλεγε πως δεν ξέρει τίποτε. Κάποια στιγμή άρχισαν να τον χτυπούν με έναν μαύρο λαστιχένιο σωλήνα – τον έδεναν στο χέρι κι ο σωλήνας χτυπούσε μόνος του. “Σκοτώστε με αν αυτό είναι που θέλετε. Δεν ξέρω τίποτα”.


Προσπαθώ να φανταστώ την κατάσταση. Ο Μουσταφά έχει γερή κράση, είναι μυώδης σαν οικοδόμος, έχει μπάσα φωνή και φλέβες που φουσκώνουν όταν νευριάζει. Έτσι και τώρα που καθόμαστε στο ντιβάνι στο σπίτι του στη Δεκέλεια. Μόλις έμαθε για τη σύλληψη, ο πατέρας του έδωσε σʼ έναν αξιωματούχο 4.000 δολλάρια ώστε αυτός με τη σειρά του να δωροδοκήσει την αστυνομία μήπως και γλυτώσει τον Μουσταφά από τα χειρότερα βασανιστήρια. Σε τρεις μέρες ήταν ελεύθερος. Για να ξαναπερπατήσει βέβαια ήθελε δυο μήνες, τα πόδια του, όπως και όλων τους, είχαν καταστραφεί από τα βασανιστήρια.

Τους είχαν κάνει φάλαγγα - τα πέλματά τους είχαν πρηστεί τόσο που δεν χωρούσαν τα πόδια στα παπούτσια. “Από νούμερο 43 πήγα στο 57”, αστειεύεται ο Μουσταφά. Σύντομα όμως το πρόσωπό του σκοτεινιάζει. Νιώθει άσχημα να θυμάται. Ένας φίλος του κούρδος από τη Βάση δεν μπορεί πια να κατουρήσει κανονικά και μάλιστα –αυτό το λέει ο Μουσταφά χαμηλώνοντας τη φωνή του- έχει και προβλήματα στύσης μετά τα βασανιστήρια (ηλεκτρικό ρεύμα στο πέος και τους όρχεις) που υπέστη στη Συρία.

Ο Μουσταφά ήθελε να σταματήσει να παίζει μουσική. Είπε στους φίλους του ότι θα εγκαταλείψει το συγκρότημα. Εκείνοι επέμειναν και τελικά τον έπεισαν να επιστρέψουν στο πάλκο. Έτσι κι έγινε. Ήταν εργατική πρωτομαγιά του 1998. Το Κομμουνιστικό Κόμμα της Συρίας οργάνωσε μεγάλο εορασμό στην Αλ Χασάκα. (Ο Μουσταφά δεν διστάζει να ασκήσει κριτική. Θυμάται τους 5.000 μάρτυρες της Χαλάμπια στο Ιράκ που βομβάρδισε ο Σαντάμ με χημικά αέρια το 1988.) Με το που τελείωσε η συναυλία, πηγαίνοντας σπίτι με τα πόδια, ο Μουσταφά είδε τρία περιπολικά της αστυνομίας έξω από την πόρτα του. Έτρεξε σʼ έναν φίλο που έστειλε ένα μικρό παιδί να δει τι έγινε.

Το μήνυμα της μητέρας ήταν ξεκάθαρο: Ο Μουσταφά έπρεπε να δραπετεύσει. Έτσι κατέφυγε σε μια γειτονική περιοχή, όπου έμενε η αδελφή του πατέρα του. Τον βοήθησε ένας θείος του. Πρώτα πήγε στη Δαμασκό, μετά στη Βηρυττό, μετά στο Λίβανο. Κι από κεί στην Τρίπολη της Λιβύης, από όπου έφυγε για την Ιταλία για να ξαναβρεθεί εγκλωβισμένος στην Κύπρο. Ακόμη δεν μπορεί να γυρίσει στη Συρία ο Μουσταφά. Πόσο μάλλον τώρα που έχει γυναίκα και παιδιά, το ένα γεννημένο στη στρατιωτική βάση, το άλλο στην Κύπρο. Κανένα από τα δύο δεν έχει υπηκοότητα. Οι ταυτότητες των γονέων γράφουν “εθνικότητα μη πιστοποιημένη”. Η γυναίκα του, τάξη του ʼ72, είναι από τη Βιρμανία. Βρέθηκε στην Κύπρο ως οικιακή βοηθός, έχασε τη δουλειά και τα χαρτιά της και ζήτησε άσυλο.

Μέχρι το 2004 που η Κύπρος εντάχθηκε στην ΕΕ, ο Μουσταφά δεν μπορούσε να φύγει από τη Βάση, ούτε να δουλέψει. Τελικά, τον Ιανουάριο του 2007, μετά από οκτώ χρόνια αναμονής, αναγνωρίστηκε από το κυπριακό κράτος ως πρόσφυγας. Το 2004 η Κύπρος υπέγραψε υπόμνημα αλληλοκατανόησης με τη Διοίκηση Κυρίαρχων Βάσεων ώστε να φροντίσει για τους 60 αιτούντες άσυλο και τα 16 παιδιά που είχαν γεννηθεί στην αγγλική βάση μετά την άφιξή τους. Τώρα ο Μουσταφά δουλεύει οικοδόμος. Αγόρασε κι ένα μπουζούκι, αλλά του το σπάσαν τα παιδιά. Έτσι κι αλλιώς, τα χέρια του δεν έχουν την αλλοτινή τους επιδεξιότητα, έχουν γεμίσει κάλλους.

www.clandestina.org

Η ανάρτηση αφιερώνεται στον κύριο Ιωάννη Κωτούλα

Δεν υπάρχουν σχόλια: